Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο φορολογικό σταυροδρόμι. Από τη μία, οι Βρυξέλλες απαιτούν αλλαγές στη νομοθεσία για τον ελάχιστο πραγματικό φορολογικό συντελεστή 15% και προειδοποιούν ουσιαστικά ότι η μη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει τη Δημοκρατία σε περιπέτειες. Από την άλλη, επαγγελματικοί φορείς φοβούνται πως η νέα ρύθμιση θα κάνει την Κύπρο λιγότερο ελκυστική για αμερικανικές πολυεθνικές.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Ο κανόνας αφορά οντότητες που ανήκουν σε πολυεθνικούς ομίλους ή σε εγχώριους ομίλους μεγάλης κλίμακας με ετήσια έσοδα €750 εκατ. Εφόσον ο πραγματικός φόρος που καταβάλλουν αντιστοιχεί σε συντελεστή χαμηλότερο από 15%, θα καλούνται να πληρώσουν τη διαφορά ως συμπληρωματικό φόρο.
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη σύγκρουση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι η νομοθεσία που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2024 δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της. Κατά την άποψη των Βρυξελλών, η ρύθμιση ευνοούσε ιδιαίτερα τις μητρικές εταιρείες πολυεθνικών αμερικανικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και ζητήθηκε η εφαρμογή του ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου, γνωστού ως Qualified Domestic Minimum Top-up Tax – QDMTT.
Η αρχική κυπριακή επιλογή ήταν διαφορετική. Με τον νόμο του 2024 υιοθετήθηκε συμπληρωματικός εγχώριος φόρος, με έναρξη επιβολής από το 2025. Στόχος ήταν να δοθεί χρόνος στις επηρεαζόμενες κυπριακές οντότητες να προσαρμοστούν και να περιοριστεί ο κίνδυνος μετεγκατάστασής τους σε χώρες με μεγαλύτερα φορολογικά οφέλη.
Όμως η λύση αυτή δεν έπεισε την Κομισιόν. Τώρα, νέο τροποποιητικό νομοσχέδιο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση από το τέλος Ιουλίου και προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής του QDMTT από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Οι αλλαγές δεν σταματούν εκεί. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και πρόσθετες τροποποιήσεις, ευθυγραμμισμένες με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις του ΟΟΣΑ. Η κίνηση συνδέεται και με την επικείμενη αξιολόγηση της Κυπριακής Δημοκρατίας το φθινόπωρο του 2026, όταν θα εξεταστεί αν το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο συμμορφώνεται με τους διεθνώς συμφωνημένους κανόνες του Πυλώνα 2.
Η δημόσια διαβούλευση είχε αρχικά προγραμματιστεί να ολοκληρωθεί στις 5 Σεπτεμβρίου. Λόγω, όμως, της πολυπλοκότητας του ζητήματος, δόθηκε παράταση μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Υπουργείο Οικονομικών, στην οποία συμμετείχαν τεχνοκράτες, επαγγελματικοί φορείς και άλλοι εμπλεκόμενοι.
Εκεί αποτυπώθηκε καθαρά η ανησυχία της αγοράς. Ορισμένοι επαγγελματικοί φορείς υποστήριξαν ότι η επιβολή των νέων φορολογικών επιβαρύνσεων μπορεί να οδηγήσει αμερικανικές πολυεθνικές, που δραστηριοποιούνται σήμερα στην Κύπρο, σε άλλες χώρες. Στο τραπέζι τέθηκαν η Μάλτα, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία, οι οποίες εξαιρούνται από τους κανόνες του Πυλώνα 2 μέχρι το 2029.
Γιατί διαθέτουν αυτή την εξαίρεση; Το 2023, οι συγκεκριμένες χώρες αξιοποίησαν πρόνοια της ευρωπαϊκής Οδηγίας, σύμφωνα με την οποία κράτη-μέλη με λιγότερες από 12 θυγατρικές πολυεθνικών ομίλων που εμπίπτουν στο όριο των €750 εκατ. μπορούσαν να ζητήσουν αναβολή εφαρμογής των κανόνων έως το 2029.
Στη σύσκεψη επισημάνθηκε επίσης το οικονομικό βάρος μιας πιθανής αποχώρησης. Σύμφωνα με επαγγελματικούς φορείς, οι αμερικανικές εταιρείες συνεισφέρουν σημαντικά στα κρατικά ταμεία, καταβάλλοντας φορολογίες ύψους €140 εκατ. Έτσι, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, αλλά και τον κίνδυνο απώλειας σημαντικών φορολογικών εσόδων.
Οι τεχνοκράτες του Υπουργείου Οικονομικών, πάντως, έστειλαν αυστηρό μήνυμα: τα περιθώρια αλλαγών στο προσχέδιο είναι περιορισμένα. Όπως ξεκαθάρισαν, οι Βρυξέλλες επιμένουν στην εφαρμογή του ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου και δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ελιγμών.
Ο σχεδιασμός προβλέπει την ταχεία προώθηση του νομοσχεδίου. Στόχος είναι να εγκριθεί το συντομότερο από το Υπουργικό Συμβούλιο και να οδηγηθεί στη Βουλή για ψήφιση εντός Οκτωβρίου.
Κι όμως, πίσω από τους αριθμούς και τις τεχνικές διατάξεις υπάρχει και ένα ευρύτερο πολιτικό μέτωπο. Έχει διατυπωθεί έντονα η άποψη ότι η υπόθεση αποτελεί μέρος της αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, με την Κύπρο να βρίσκεται στη μέση της σύγκρουσης.
Η εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τα λάθη που, σύμφωνα με ιδιωτικές πηγές, έγιναν από την αρχή στη διαχείριση του ζητήματος. Υποστηρίζεται ότι δεν παρουσιάστηκαν εξαρχής ξεκάθαρα στοιχεία για τον αριθμό των πολυεθνικών που θα επηρεάζονταν.
Η διαφορά στους αριθμούς είναι εντυπωσιακή. Αρχικά είχε αναφερθεί στη Βουλή ότι ο φόρος θα αφορούσε 60 εταιρείες. Στην πορεία, ο αριθμός αυξήθηκε στις 1.900.
Την ίδια περίοδο, είχε αναφερθεί από το Υπουργείο Οικονομικών ότι οι πολυεθνικές θα μπορούσαν να αποφέρουν στην Κύπρο φορολογικά έσοδα από €200 εκατ. έως €250 εκατ. Επιπλέον, το 2024 τροποποιήθηκαν τα κείμενα του νομοσχεδίου χωρίς να ενημερωθούν οι εμπλεκόμενοι φορείς, ενώ οι αρμόδιες αρχές πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων από την ΕΕ για το ζήτημα της ενδεδειγμένης φορολογίας.
Τώρα, η Λευκωσία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις της Κομισιόν, στην αξιολόγηση του 2026 και στον φόβο ότι εταιρείες με σημαντική οικονομική παρουσία μπορεί να αναζητήσουν διαφορετική φορολογική έδρα. Οι επόμενες κινήσεις θα κρίνουν αν η Κύπρος θα προσαρμοστεί χωρίς να πληρώσει βαρύτερο οικονομικό τίμημα — και η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.
