Δεν ήταν πλήρης άρνηση. Δεν ήταν όμως ούτε ολόκληρη η αποκάλυψη. Η πρώτη δημόσια τοποθέτηση της «Σάντης» ανοίγει ένα νέο, εκρηκτικό κεφάλαιο στην υπόθεση, καθώς μέσω των δικηγόρων της παραδέχεται ότι δημιούργησε τον ρόλο, έγραψε μηνύματα και επινόησε περιεχόμενο, την ίδια ώρα που επιχειρεί να χαράξει τα όρια της προσωπικής της ευθύνης.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα. Ποιος της ζήτησε να στείλει μήνυμα στον Μακάριο Δρουσιώτη; Ποια στοιχεία ήταν αποκλειστικά δικά της και ποια, σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, προήλθαν από άλλους; Γιατί δεν κατονομάζει το πρόσωπο που, όπως υποστηρίζει, της έδωσε συγκεκριμένη οδηγία;
Η υπόθεση οδηγείται πλέον προς τη δικαστική διαδικασία με τη «Σάντη» και τον Μακάριο Δρουσιώτη να αντιμετωπίζουν συνολικά 101 κατηγορίες. Σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η κατάρτιση και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, η δημοσίευση ψευδών ειδήσεων και η παρενόχληση.
Η γραμμή που παρουσιάζει η «Σάντη» είναι συγκεκριμένη, αλλά αφήνει μεγάλα κενά. Η ίδια αναγνωρίζει ότι έφτιαξε την περσόνα της «Σάντης», ότι έγραψε μηνύματα και ότι πολλά από όσα περιέγραψε δεν ήταν πραγματικά. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει πως δεν δημιούργησε κατ’ ανάγκην όλο το υλικό και πως δεν μπορεί να θεωρείται υπεύθυνη για πράγματα που ενδεχομένως δημιούργησαν άλλοι.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η δημόσια τοποθέτηση δεν χτίζεται πάνω στο «δεν έκανα τίποτα», αλλά πάνω στο «έκανα κάποια πράγματα, όχι όμως όλα». Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος ενόψει της δίκης, όπου κάθε λεπτομέρεια της διαδρομής των μηνυμάτων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Ο ρόλος που, όπως λέει, γεννήθηκε σταδιακά
Η «Σάντη» περιγράφει τον σχηματισμό του ρόλου ως μια διαδικασία που εξελίχθηκε βήμα προς βήμα. Όπως αναφέρει, όλα ξεκίνησαν από μια συζήτηση. Έπειτα ήρθαν ερωτήσεις, και οι απαντήσεις δημιούργησαν νέες ερωτήσεις.
Στην αφήγησή της, καθοριστική ήταν η επικοινωνία με τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη. Δεν υποστηρίζει ότι εκείνος τής υπαγόρευε τα μηνύματα. Αναφέρει, όμως, ότι οι ερωτήσεις του συνέβαλαν στο να εισχωρήσει βαθύτερα στον συγκεκριμένο ρόλο.
Εδώ εμφανίζεται ένα από τα μεγαλύτερα κενά της υπόθεσης: άλλο είναι κάποιος να απαντά σε ερωτήσεις και άλλο να κατασκευάζει ολόκληρες συνομιλίες, περιστατικά, εγκληματικές ενέργειες και ιστορίες με υπαρκτά πρόσωπα. Πότε ακριβώς έγινε αυτό το πέρασμα; Πώς μια συζήτηση μετατράπηκε σε ένα εκτεταμένο αφήγημα;
Το ευρύτερο υπόβαθρο, σύμφωνα με το κείμενο της τοποθέτησης, υπήρχε από το 2018. Τότε ο Νίκος Κληρίδης και ο αδελφός του Κώστας Κληρίδης, ο οποίος υπηρετούσε ως Γενικός Εισαγγελέας, είχαν στραφεί εναντίον δικαστών του Ανωτάτου, κατηγορώντας τους περισσότερους ως διαπλεκόμενους και εν μέρει «πιασμένους από τις τράπεζες». Στην ίδια ατμόσφαιρα αναφέρεται και η συμβολή του τότε Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Έτσι, η βασική θέση που διατυπώνεται είναι ότι το υλικό δεν αποτελούσε αποκλειστικά προϊόν της δικής της φαντασίας, αλλά συνδεόταν με ένα κλίμα και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που είχαν διαμορφωθεί γύρω από τις συγκεκριμένες δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Το πρόσωπο που μένει στη σκιά
Η ακολουθία των γεγονότων, όπως την παρουσιάζει η ίδια, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα εμφανίζονται οι συζητήσεις με τον Νίκο Κληρίδη. Μετά, η μεσολάβησή του για επικοινωνία με τον Στέλιο Ορφανίδη. Και αργότερα, ένα πρόσωπο που δεν κατονομάζεται και το οποίο, σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, της ζήτησε να στείλει μήνυμα στον Μακάριο Δρουσιώτη.
Προσοχή: από αυτή την ακολουθία δεν προκύπτει ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο Νίκος Κληρίδης. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο. Ωστόσο, η αποσιώπηση της ταυτότητάς του αφήνει ένα κενό που δύσκολα αγνοείται.
Ποιος έδωσε την οδηγία; Γιατί δεν τον κατονομάζει; Και ποια ήταν η ακριβής σκοπιμότητα του μηνύματος; Αυτά είναι ερωτήματα που η δημόσια τοποθέτηση δεν απαντά.
Η «Σάντη» υποστηρίζει επίσης ότι, σε κάποια φάση, η ιστορία απέκτησε δυναμική πέρα από την ίδια. Με άλλα λόγια, δεν δέχεται ότι κάθε τι που ακολούθησε ξεκίνησε από εκείνη.
Σε αυτό το πλαίσιο επικαλείται τις επαφές του Στέλιου Ορφανίδη και του Μακάριου Δρουσιώτη, καθώς και το γεγονός ότι οι δύο δημοσιογράφοι αντιλήφθηκαν πως συνομιλούσαν με την ίδια γυναίκα. Όμως αυτό, από μόνο του, δεν αποδεικνύει ότι υπήρχαν ανεξάρτητες πηγές.
Αν η ίδια είχε μεταφέρει παρόμοια ιστορία σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, τότε η επανεμφάνιση των ίδιων πληροφοριών σε διαφορετικούς δημοσιογράφους μπορεί να σημαίνει ότι η «Σάντη» ήταν η κοινή αρχική πηγή ή ο κοινός κόμβος μιας αλυσίδας πληροφόρησης.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι πόσοι κατείχαν αργότερα τις πληροφορίες. Είναι από πόσες ανεξάρτητες αφετηρίες ξεκίνησαν. Και αυτή την απάντηση μπορεί να τη δώσει μόνο η πλήρης διαδρομή των δεδομένων.
Η ευθύνη περνά στους αποδέκτες;
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης εμφανίζεται μια ακόμη πιο σημαντική μετατόπιση. Η «Σάντη» υποστηρίζει ότι ορισμένοι ισχυρισμοί των μηνυμάτων ήταν τόσο εξωφρενικοί, ώστε ένας έμπειρος νομικός ή ένας έμπειρος δημοσιογράφος δεν θα έπρεπε να τους υιοθετήσει χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει την υπόθεση.
Φτάνει, μάλιστα, να αναφέρει πως ακόμη και «μια δυο απλές ερωτήσεις» στη γειτονιά της θα μπορούσαν να δείξουν ότι όσα είχαν δημοσιοποιηθεί ήταν αποκυήματα φαντασίας.
Η θέση αυτή μεταφέρει το βάρος της συζήτησης. Δεν είναι πλέον μόνο η παραδοχή ότι γράφτηκαν ψευδή πράγματα. Είναι και ο ισχυρισμός ότι εκείνοι που τα έλαβαν όφειλαν να καταλάβουν πως ήταν ψευδή και να τα ελέγξουν πριν τα δημοσιοποιήσουν.
Με αυτόν τον τρόπο, η δημόσια υπεράσπισή της επιχειρεί να μετακινήσει σταδιακά την ευθύνη από τον δημιουργό του υλικού στον αποδέκτη και, τελικά, σε εκείνον που επέλεξε να το κάνει γνωστό. Πρόκειται για μια γραμμή που φαίνεται να στοχεύει και στον περιορισμό της κατηγορίας περί διάδοσης ψευδών ειδήσεων.
Όμως η ίδια θέση γεννά αμέσως μια αντίφαση. Αν οι ιστορίες ήταν τόσο εύκολο να διαψευστούν, γιατί δημιουργήθηκαν; Αν αρκούσαν λίγες απλές ερωτήσεις για να αποκαλυφθεί η αναλήθεια, γιατί χρησιμοποιήθηκαν ονόματα υπαρκτών ανθρώπων;
Γιατί κατασκευάστηκαν συνομιλίες και περιστατικά με πρόσωπα που ήταν, για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, άγνωστα, όπως ο κ. Μυλωνάκης; Γιατί μεταφέρθηκαν σε δικηγόρο ή δημοσιογράφους; Και όταν έγινε αντιληπτό ότι οι συνομιλητές μπορεί να τα θεωρούσαν πραγματικά, γιατί δεν τους ειπώθηκε καθαρά: «Σταματήστε. Αυτά δεν συνέβησαν. Τα επινόησα»;
Η ίδια αναφέρει ότι σε κάποια στιγμή απομακρύνθηκε, άλλαξε τηλέφωνο και πίστευε πως η ιστορία είχε τελειώσει. Όμως η απομάκρυνση δεν ισοδυναμεί με ανάκληση. Και αυτό το σημείο παραμένει ανοιχτό.
Το κινητό που χάθηκε και η μάχη των δεδομένων
Η τεχνολογία βρίσκεται πλέον στο κέντρο της αντιπαράθεσης. Η «Σάντη» ζητά να εξεταστούν τεχνικά οι συσκευές και οι λογαριασμοί του Μακάριου Δρουσιώτη, ώστε να φανεί από πού προήλθαν τα μηνύματα.
Υπάρχει, όμως, ένα σοβαρό πρακτικό εμπόδιο: το δικό της κινητό έχει χαθεί.
Όταν δέχεται αιχμές για την απουσία της συσκευής, διερωτάται πώς θα μπορούσε να γνωρίζει, έξι χρόνια νωρίτερα, ότι κάποιος θα δημοσιοποιούσε τα μηνύματά της. Το επιχείρημα αυτό απαντά σε ένα μόνο ζήτημα: η απώλεια ενός κινητού δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι αποκρύφθηκαν στοιχεία. Δεν λύνει, όμως, το αποδεικτικό πρόβλημα.
Η αντίθεση είναι πλέον εμφανής. Από τη μία ζητείται πλήρης τεχνικός έλεγχος στην πλευρά του παραλήπτη. Από την άλλη, η αντίστοιχη πρωτογενής συσκευή της δημιουργού δεν είναι διαθέσιμη, ώστε να εξεταστεί τι έγραψε, πότε το έγραψε, σε ποιον το έστειλε και από ποιους δεχόταν οδηγίες ή μηνύματα.
Αυτό δεν καθιστά άκυρο το αίτημά της για έλεγχο των δεδομένων. Δημιουργεί, όμως, μια αντικειμενική ασυμμετρία και επαναφέρει το βασικό ερώτημα: ποιος δημιούργησε τι και με ποιο σκοπό;
Τι προσπαθεί να πετύχει η δημόσια γραμμή;
Μετά και το δεύτερο μέρος της συνέντευξης, η κατεύθυνση της υπεράσπισης γίνεται πιο καθαρή. Η «Σάντη» δεν φαίνεται να προσπαθεί να αποδείξει ότι τα επίμαχα μηνύματα ήταν αληθινές συνομιλίες. Σε σημαντικό βαθμό υποστηρίζει το αντίθετο.
Αυτό που διαπραγματεύεται δημόσια είναι το νόημα της παραδοχής της.
Αναγνωρίζει τη δημιουργία ψευδούς ή φανταστικού υλικού, αλλά όχι κατ’ ανάγκην πρόθεση να παρουσιαστεί ως αληθινό. Παραδέχεται ότι έστειλε πληροφορίες, αλλά επιχειρεί να διαχωρίσει τη θέση της από τη μεταγενέστερη κυκλοφορία τους. Δέχεται ότι μπήκε στον «ρόλο», υποστηρίζοντας όμως ότι στη συνέχεια άλλοι άνθρωποι προσέθεσαν πράγματα που δεν προήλθαν από εκείνη.
Η περιγραφή ότι μπήκε σε έναν ρόλο και δυσκολεύτηκε να βγει από αυτόν παραπέμπει σε φαινόμενο που έχει απασχολήσει την ψυχιατρική βιβλιογραφία, την pseudologia fantastica. Ωστόσο, χωρίς κλινική αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε διάγνωση.
Συνολικά, ο αποκλεισμός της κατηγορίας περί διάδοσης ψευδών ειδήσεων, σε συνδυασμό με την αναφορά στο ψυχολογικό σκέλος, θα μπορούσε να εντάσσεται σε προσπάθεια περιορισμού της έκτασης της προσωπικής της ευθύνης. Η ίδια η ανάλυση εκτιμά ότι η γραμμή αυτή έχει διαμορφωθεί κατόπιν νομικής συμβουλής.
Τα έξι ερωτήματα που παραμένουν
Το πιο ηχηρό στοιχείο της τοποθέτησης δεν είναι μόνο όσα αποκαλύπτει. Είναι και όσα αφήνει ένα βήμα πριν από την αποκάλυψη.
-
Ποιος της ζήτησε να στείλει μήνυμα στον Μακάριο Δρουσιώτη;
-
Τι ακριβώς συζητούσε με τον Νίκο Κληρίδη όταν άρχισε να δημιουργείται ο «ρόλος»;
-
Ποιο τμήμα των ιστοριών ήταν αποκλειστικά δική της επινόηση και ποιο προέκυψε από πληροφορίες, ερωτήσεις ή υποδείξεις άλλων;
-
Γιατί χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένα υπαρκτά πρόσωπα στις κατασκευασμένες ιστορίες;
-
Γιατί, όταν απομακρύνθηκε από την υπόθεση, δεν ενημέρωσε τους αποδέκτες των μηνυμάτων ότι όσα τους είχε μεταφέρει ήταν φανταστικά;
-
Και, αν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού είχε πράγματι κατασκευαστεί από την ίδια, ποια ακριβώς στοιχεία υποστηρίζει σήμερα ότι δεν προήλθαν από εκείνη και ποιος τα δημιούργησε;
Αυτά είναι τα μεγάλα κενά που εξακολουθούν να βαραίνουν την αφήγηση. Η «Σάντη» έσπασε τη σιωπή της και παραδέχθηκε περισσότερα από όσα ήταν μέχρι σήμερα δημόσια γνωστά από την ίδια. Δεν έδωσε, όμως, ολόκληρη την εικόνα.
Και όσο παραμένει άγνωστος ο άνθρωπος που, κατά τη δική της εκδοχή, της ζήτησε να κάνει τουλάχιστον μία κρίσιμη κίνηση, ένα θεμελιώδες ερώτημα θα συνεχίσει να επιστρέφει: ήταν πράγματι μόνη μέσα στον ρόλο της ψευδολόγου «Σάντης» ή η σημερινή αφήγηση επηρεάζεται από καθεστώς εκβιασμού; Η απάντηση —και η πλήρης διαδρομή των μηνυμάτων— αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της δικαστικής διαδικασίας.
