Το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου–Ελλάδας δεν πάγωσε μετά την υπογραφή των συμφωνιών της 5ης Αυγούστου 2026. Αντίθετα, πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου άρχισε μια νέα, κρίσιμη φάση: η πολιτική επανεκκίνηση του έργου, με επίκεντρο την έκδοση navtex και την επιστροφή των ερευνών στη θάλασσα.
Οι εξελίξεις κορυφώθηκαν τις ημέρες που ακολούθησαν την υπογραφή των δύο συμφωνιών μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI, Meridiam και Nexans. Το επόμενο βήμα δεν είναι πλέον θεωρητικό. Είναι θαλάσσιο, τεχνικό και ταυτόχρονα βαθιά γεωπολιτικό.
Σύμφωνα με την πληροφόρηση που υπάρχει, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης και ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν είχαν τηλεφωνικές διαβουλεύσεις για την άμεση προώθηση των καθοριστικών ενεργειών. Στο επίκεντρο βρέθηκαν ο GSI, υπό τη νέα μετοχική του σύνθεση και την ηγεσία της γαλλικής Meridiam, καθώς και η γαλλική Nexans, η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή και την πόντιση του καλωδίου, με το συμβόλαιο να ανέρχεται μέχρι στιγμής σε 1,4 δισ. ευρώ.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: και οι τρεις ηγέτες συμφωνούν πως πραγματική επανεκκίνηση του έργου δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την επανέναρξη των θαλάσσιων ερευνών. Απαιτούνται νέες βυθομετρήσεις από εξειδικευμένη εταιρεία, ώστε να ολοκληρωθεί η τεχνική εικόνα του βυθού και να επιλεγεί η βέλτιστη, τελική χωροθέτηση της διαδρομής του καλωδίου.
Το καλώδιο θα συνδέσει την Κοφίνου με την Κορακιά και, μέσω αυτής της σύνδεσης, το ηλεκτρικό δίκτυο της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο. Όμως η θάλασσα κρύβει ακόμη το πιο δύσκολο κομμάτι της υπόθεσης.
Μέχρι σήμερα έχει ολοκληρωθεί περίπου το 60% των βυθομετρήσεων, σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ. Το υπόλοιπο τμήμα, ωστόσο, θεωρείται το δυσκολότερο και το πολιτικά πιο ευαίσθητο, καθώς η Τουρκία υποστηρίζει ότι η θαλάσσια περιοχή νότια της Κάσου εμπίπτει στη δική της υφαλοκρηπίδα, βάσει του μνημονίου που υπέγραψε με το καθεστώς της Λιβύης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η έκδοση της navtex από τις ελληνικές Αρχές θα δεσμεύσει τον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Κρήτης και Κύπρου για την επανέναρξη των ερευνών. Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει πρώτα η Meridiam και η Nexans να ολοκληρώσουν όλες τις τεχνικές και επιχειρησιακές προετοιμασίες.
Οι δύο εταιρείες καλούνται να αποφασίσουν ποια εταιρεία ή ποια κοινοπραξία θα αναλάβει τις έρευνες, ποιο πλοίο ή ποια πλοία θα χρησιμοποιηθούν και βάσει ποιου χρονοδιαγράμματος θα κινηθούν οι επόμενες ενέργειες. Μόλις ληφθούν αυτές οι αποφάσεις, η navtex και η έναρξη των βυθομετρήσεων μπορούν να προχωρήσουν.
Μέχρι αυτή τη στιγμή, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί από τα εμπλεκόμενα εταιρικά μέρη ούτε η ημερομηνία έναρξης των νέων ερευνών ούτε οι εταιρείες που θα τις αναλάβουν. Δεν έχει γίνει γνωστό ούτε το πλοίο ή τα πλοία που θα χρησιμοποιηθούν.
Κι εδώ ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ενδεχόμενο να μη συνεχιστεί η συνεργασία της Nexans με την ιταλική NextGeo, η οποία είχε αξιοποιήσει κατά κύριο λόγο το πλοίο IEVOLI Relume. Στη θέση της είναι πιθανό να επιλεγεί γαλλική εταιρεία ή γαλλική κοινοπραξία εταιρειών.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τον νέο ρόλο της Meridiam, η οποία έχει πλέον το πάνω χέρι ως μεγαλομέτοχος του GSI. Η γαλλική εταιρεία κατασκευάζει ήδη την ηλεκτρική διασύνδεση Ηνωμένου Βασιλείου–Γερμανίας, το NeuConnect, αξιοποιώντας άλλους συνεργάτες για τις θαλάσσιες έρευνες και τις βυθομετρήσεις.
Εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι οι συμφωνίες της 5ης Αυγούστου οδηγούν σε αναθεώρηση και των συμφωνιών για τους συμβασιούχους των θαλάσσιων ερευνών, τότε το έργο μπορεί να αποκτήσει στην πράξη μια πλήρως γαλλική εταιρική διάσταση.
Η Meridiam θα έχει την κυριότητα της ηλεκτρικής διασύνδεσης, τουλάχιστον για όσο διάστημα διατηρεί το 66% του GSI. Η Nexans θα παραμείνει υπεύθυνη για την κατασκευή και την πόντιση του καλωδίου, ενώ γαλλική εταιρεία ή κοινοπραξία θα μπορούσε να αναλάβει τις τελικές και οριστικές βυθομετρήσεις. Αυτές θα καθορίσουν τόσο την πορεία του καλωδίου όσο και το τελικό κόστος της διασύνδεσης.
Ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί την τεχνική ηγεσία του έργου και την ευθύνη για τη λειτουργία του μετά την ηλέκτριση. Δεν έχει, ωστόσο, ξεκαθαριστεί πλήρως ο ρόλος του στη συνέχεια της κατασκευής.
Για ορισμένες πηγές, η πιθανή συμμετοχή γαλλικών εταιρειών σε όλες τις βασικές πτυχές του έργου έχει ξεκάθαρη γεωπολιτική βαρύτητα. Η εξέλιξη θα μπορούσε να συνοδεύεται από πολιτική ή άλλη απαιτούμενη στήριξη της γαλλικής κυβέρνησης.
Έτσι, όταν οι ελληνικές Αρχές εκδώσουν την κρίσιμη navtex για τη δέσμευση του θαλάσσιου χώρου, το έργο δεν θα εμφανίζεται μόνο ως υπόθεση μιας εταιρείας του ελληνικού Δημοσίου. Θα εντάσσεται σε ένα σχήμα με γαλλική οικονομική και γεωπολιτική παρουσία, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Το μήνυμα είχε ήδη δοθεί κατά την υπογραφή των συμφωνιών στο Μέγαρο Μαξίμου. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Meridiam, Thierry Déau, είχε χαρακτηρίσει την ηλεκτρική διασύνδεση έργο μεγάλης στρατηγικής σημασίας για την Ευρώπη, συνδέοντάς το με τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας.
Τότε είχε δηλώσει: «Και πρέπει να πω ότι ο Πρόεδρός μου, ο Εμανουέλ Μακρόν, υποστηρίζει θερμά αυτό το έργο και μάλιστα μου τηλεφωνεί καθημερινά γι’ αυτό».
Με βάση αυτές τις εξελίξεις, η διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν στηρίζεται μόνο από την Κύπρο, την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία τη χρηματοδοτεί με 658 εκατ. ευρώ. Η γαλλική κρατική στήριξη αποτελεί πλέον επιπλέον παράγοντα που βαραίνει στις αποφάσεις.
Το ίδιο μήνυμα, σύμφωνα με την πληροφόρηση, επιβεβαιώθηκε και στις συνομιλίες των τελευταίων ημερών μεταξύ των Νίκου Χριστοδουλίδη και Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Εμανουέλ Μακρόν.
Όμως το καλώδιο δεν σταματά στην Κύπρο. Την περασμένη εβδομάδα, ο ΑΔΜΗΕ ζήτησε την προώθηση και της επένδυσης για το τμήμα Κύπρου–Ισραήλ. Κατέθεσε τα έγγραφα που απαιτούνται ώστε οι ρυθμιστικές αρχές Κύπρου και Ισραήλ, η ΡΑΕΚ και η Israel Electricity Authority ή PUA, να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις για τον αναλογικό καταμερισμό των δαπανών.
Η διαδικασία αφορά το Cross Border Cost Allocation, δηλαδή το CBCA, και βασίζεται στην υφιστάμενη μελέτη κόστους–οφέλους, τη Cost-Benefit Analysis ή CBA. Για την οριστικοποίηση του έργου θα χρειαστεί αξιολόγηση των εγγράφων και των μελετών από τις ρυθμιστικές αρχές των δύο χωρών, καθώς και διαβούλευση με τον φορέα υλοποίησης — σήμερα τον ΑΔΜΗΕ και στη συνέχεια τον GSI, με μεγαλομέτοχο τη Meridiam.
Με τα σημερινά δεδομένα, το τμήμα Κύπρου–Ισραήλ, ως μέρος της ευρύτερης διασύνδεσης με την Κρήτη, θα έχει μήκος περίπου 324 χιλιόμετρα. Θα τοποθετηθεί σε βάθος νερού 2.200–2.400 μέτρων και θα διαθέτει δυνατότητα ισχύος 1.000 MW, με αμφίδρομη μεταφορά ενέργειας.
Ο σταθμός μετατροπής τάσης στην Κύπρο θα βρίσκεται στην Κοφίνου και στο Ισραήλ στη Hadera. Πρόκειται για υποδομή που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη Meridiam και κατ’ επέκταση το γαλλικό κράτος, τόσο για οικονομικούς όσο και για γεωπολιτικούς λόγους.
Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει τοποθετηθεί σε διάφορες περιπτώσεις υπέρ της διασύνδεσης, καθώς αυτή προσφέρει ενεργειακή ασφάλεια στη χώρα. Το θέμα έχει ήδη απασχολήσει διαβουλεύσεις σε ανώτατο επίπεδο μεταξύ των κυβερνήσεων Κύπρου και Ισραήλ.
Νέα επίσημη διαβούλευση σε ανώτατο επίπεδο αναμένεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, μέσα στον Σεπτέμβριο. Μέχρι τότε, όλα τα βλέμματα στρέφονται στις αποφάσεις των Meridiam και Nexans, στην έκδοση της navtex και στην επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στη θάλασσα — τα επόμενα βήματα θα κρίνουν την πορεία ενός έργου που έχει πλέον εξελιχθεί σε οικονομικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό στοίχημα.
