Παλέτες δεμένες σε δέντρα, σακιά με σιτάρι και καλαμπόκι, αυτοσχέδιες ταΐστρες και πόστα που «κρατούνται» από μέρες. Στην κυπριακή ύπαιθρο αποκαλύπτεται μια πρακτική που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στους ίδιους τους κυνηγούς και, σύμφωνα με την Υπηρεσία Θήρας, μπορεί να εξελιχθεί σε παγίδα θανάτου για την άγρια πανίδα.
Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: η προσέλκυση θηραμάτων, κυρίως της φάσσας, κατά την τρέχουσα κυνηγετική περίοδο. Ορισμένοι τοποθετούν ανεξέλεγκτα τροφές όπως σιτάρι, καλαμπόκι, λουβί, κουκιά και φιστίκια, δημιουργώντας τεχνητούς σταθμούς σίτισης μέσα στη φύση.
Όμως η εικόνα δεν σταματά εκεί. Άλλοι κυνηγοί επιχειρούν να «δεσμεύσουν» προκαθορισμένες θέσεις χωρίς καν να βρίσκονται παρόντες. Δένουν ξύλινες παλέτες και άλλα υλικά πάνω σε δέντρα από τις προηγούμενες ημέρες, θεωρώντας ότι έτσι το συγκεκριμένο πόστο τους ανήκει.
Και όταν φτάσει κάποιος άλλος κυνηγός; Αν δεν αποχωρήσει βλέποντας τα αντικείμενα, η ένταση μπορεί να ξεσπάσει επιτόπου. Οι άνθρωποι που έβαλαν τις παλέτες επιστρέφουν και απαιτούν να εγκαταλείψει το σημείο, πιστεύοντας ότι έχουν κατοχυρώσει τη θέση.
Οι αρμόδιες αρχές έχουν ενημερώσει την Κυπριακή Ομοσπονδία Κυνηγίου & Διατήρησης Άγριας Ζωής (ΚΟΚ&ΔΑΖ) πως τα υλικά αυτά θα ξηλώνονται και θα καταστρέφονται. Το ίδιο ισχύει και για τις παράνομες ταΐστρες.
Για νομοταγείς κυνηγούς, πρόκειται για ανέντιμο κυνήγι που αμαυρώνει την εικόνα ολόκληρης της κυνηγετικής κοινότητας. Η διαφωνία έχει ήδη μετατραπεί σε αψιμαχίες και καυγάδες ανάμεσα σε εκείνους που τοποθετούν ταΐστρες ή καταλαμβάνουν πόστα και σε όσους θεωρούν ότι η κυνηγετική δεοντολογία στηρίζεται στην ίση ευκαιρία — όχι στην αυθαίρετη κατάληψη δημόσιας γης με αντικείμενα και στην προσέλκυση εξημερωμένων θηραμάτων.
Η Υπηρεσία Θήρας, διά του εκπροσώπου της Πέτρου Αναγιωτού, κάνει μια κρίσιμη διάκριση: το νερό μπορεί να είναι χρήσιμο, οι ταΐστρες όμως εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους. Οι αρχές τις εντοπίζουν, τις παρακολουθούν και τις καταστρέφουν, καθώς ο κυνηγός μπορεί να έχει στιγμιαίο όφελος στην κάρπωση, αλλά σε βάθος χρόνου να πλήττει τους ίδιους τους πληθυσμούς των ειδών.
Ο λόγος είναι η μαζική συγκέντρωση ζώων σε ένα σημείο. Στη φύση, τα ζώα διασπείρονται για να βρουν τροφή, περιορίζοντας την επαφή ανάμεσα σε διαφορετικά άτομα και είδη. Οι τεχνητές ταΐστρες ανατρέπουν αυτή τη φυσική ισορροπία και λειτουργούν ως οικολογικές παγίδες με σοβαρές επιδημιολογικές επιπτώσεις.
Πτηνά, τρωκτικά και μηρυκαστικά, είδη με εντελώς διαφορετικές βιολογικές ανάγκες, εξαναγκάζονται να συνωστίζονται στο ίδιο σημείο. Ο αφύσικος συγχρωτισμός μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην υγεία της κυπριακής πανίδας, ενώ η τροφή που προσφέρεται δεν είναι πάντοτε συμβατή με τις συνθήκες στις οποίες έχουν προσαρμοστεί τα ζώα.
Οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν τις διατροφικές τους ανάγκες. Αντίθετα, η απότομη παροχή ξένης τροφής μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας, ακόμη και στον θάνατο.
Ο κίνδυνος αφορά άμεσα και τον λαγό και το κυπριακό αγρινό. Η απότομη κατανάλωση τροφών πλούσιων σε υδατάνθρακες, όπως το σιτάρι και το καλαμπόκι, μπορεί να προκαλέσει οξέωση του στομάχου στα μηρυκαστικά. Η διαδικασία καταστρέφει τη μικροχλωρίδα του πεπτικού συστήματος και, για το ζώο, είναι σχεδόν πάντα θανατηφόρα.
Και υπάρχει ακόμη ένας αόρατος κίνδυνος. Τα σιτηρά που παραμένουν εκτεθειμένα στη ζέστη και την υγρασία αναπτύσσουν επικίνδυνες, καρκινογόνες αφλατοξίνες.
Οι σταθμοί αυτοί δεν αλλάζουν μόνο τη διατροφή των ζώων. Επηρεάζουν και τη συμπεριφορά τους, καθώς τα ζώα χάνουν σταδιακά τα άγρια ένστικτά τους. Παράλληλα, οι ταΐστρες προσελκύουν λαθροθήρες αλλά και φυσικούς θηρευτές, όπως οι αλεπούδες, οι οποίες μειώνουν την απαραίτητη επιφυλακτικότητά τους απέναντι στον άνθρωπο και παύουν να επιτελούν σωστά τον φυσικό τους ρόλο ως ρυθμιστές του οικοσυστήματος.
Μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο σκηνικό, μια δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση έχει ανοίξει για το πότε πρέπει να ξεκινά η θερινή κυνηγετική περίοδος.
Η έναρξη έχει οριστεί για τις 23 Αυγούστου 2026, όμως το Τμήμα Δασών προσανατολίζεται να εισηγηθεί στο Υπουργείο Εσωτερικών τη μεταφορά της στις αρχές ή στα μέσα Σεπτεμβρίου. Το θέμα συνδέεται με τις υψηλές θερμοκρασίες και τις συνθήκες κόκκινου συναγερμού για δασικές πυρκαγιές που επικρατούν τον Αύγουστο.
Η εισήγηση αναμένεται να τεθεί το συντομότερο δυνατό, ώστε να ληφθούν αποφάσεις πριν από το ερχόμενο καλοκαίρι. Το επιχείρημα του Τμήματος Δασών είναι ότι, ενώ τα στελέχη βρίσκονται σε επιφυλακή για τις φωτιές, πρέπει ταυτόχρονα να διαθέτουν πρόσθετες δυνάμεις στα δάση για την επιτήρηση των κυνηγών.
Το διακύβευμα είναι βαρύ: πιθανή καταστροφή οικοσυστημάτων, όπως έχει συμβεί σε μεγάλες πυρκαγιές του παρελθόντος, με απώλειες για θηράματα και βιοτόπους.
Η Υπηρεσία Θήρας, ωστόσο, αντέδρασε στον τρόπο με τον οποίο προέκυψε η συζήτηση. Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος Τύπου της, Πέτρος Αναγιωτός, η Υπηρεσία ενημερώθηκε από τα ΜΜΕ και όχι μέσω επίσημου διαβήματος. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο καθορισμός της έναρξης της κυνηγετικής περιόδου αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Θήρας και όχι του Τμήματος Δασών.
Η ίδια Υπηρεσία υποστηρίζει ότι η παρουσία περίπου 18.000 κυνηγών στο βουνό μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά για κακόβουλες ενέργειες και να βοηθά στον έγκαιρο εντοπισμό πυρκαγιών. Δηλώνει, πάντως, έτοιμη να εξετάσει τις γραπτές απόψεις του Τμήματος Δασών, όταν αυτές υποβληθούν επίσημα.
Στο νομικό σκέλος, η Υπηρεσία Θήρας επικαλείται τη νομοθεσία του 2003 περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων. Με βάση αυτή, το Υπουργικό Συμβούλιο δεν μπορεί να καθορίσει κυνηγετική περίοδο από την 1η Μαρτίου έως και τις 15 Αυγούστου κάθε έτους.
Η πρώτη αντίδραση των κυνηγών στην πρόταση για μετακίνηση της περιόδου είναι αρνητική. Η ΚΟΚ&ΔΑΖ υποστηρίζει ότι οι κυνηγοί, σε όλες τις καταστροφικές πυρκαγιές που έχουν πλήξει την Κύπρο, είναι από τους πρώτους που σπεύδουν για την προστασία και τη διαφύλαξη των βιότοπων, πολλές φορές θέτοντας σε κίνδυνο και τους ίδιους τους εαυτούς τους.
Η Ομοσπονδία απορρίπτει επίσης τη σύνδεση των κυνηγών με την πρόκληση πυρκαγιών. Αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Τμήματος Δασών, το ποσοστό των πυρκαγιών που προκαλούνται εξαιτίας του κυνηγίου είναι πολύ χαμηλό, στο 1,5%. Επιπλέον, σημειώνει ότι συνδράμει στην πυρόσβεση με περισσότερα από 40 εθελοντικά οχήματα.
Η ΚΟΚ&ΔΑΖ ζητά από το Τμήμα Δασών να προσκομίσει τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τη σχέση κυνηγιού και πρόκλησης πυρκαγιών, πριν ξεκινήσει οποιοσδήποτε διάλογος. Οι εξελίξεις πλέον αγγίζουν τόσο την προστασία της άγριας ζωής όσο και το μέλλον της κυνηγετικής περιόδου — και η αντιπαράθεση μόλις έχει περάσει στο επόμενο κρίσιμο στάδιο.
