Το κόστος του χρήματος ανεβαίνει ξανά — και οι δόσεις των δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου βρίσκονται στο επίκεντρο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται την ερχόμενη Πέμπτη να αυξήσει κατά 25 μονάδες βάσης το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων, στο 2,5%.
Δεν πρόκειται για αιφνιδιασμό των αγορών. Η κίνηση έχει ήδη προεξοφληθεί, όπως δείχνει η πορεία του Euribor, του δείκτη που συνδέεται με τον υπολογισμό των δόσεων για τα κυμαινόμενα δάνεια. Αν επιβεβαιωθεί, θα είναι η δεύτερη αύξηση επιτοκίων μέσα στη φετινή χρονιά, μετά την αντίστοιχη απόφαση του Ιουνίου.
Οι αριθμοί δείχνουν ήδη την πίεση. Το Euribor τριών μηνών βρισκόταν στα μέσα της εβδομάδας στο 2,65%, από 2,46% στις αρχές Αυγούστου και 2,31% στις αρχές Ιουλίου. Στο Euribor ενός μήνα, η άνοδος ήταν μικρότερη, αλλά υπαρκτή: στο 2,30%, έναντι 2,24% και 2,20% αντίστοιχα.
Τι προκαλεί αυτή τη νέα σκλήρυνση; Η παρατεταμένη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν, η έντονη άνοδος των καυσίμων και ο φόβος ότι το ενεργειακό σοκ θα περάσει σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι, χωρίς υψηλότερα επιτόκια, οι αυξημένες τιμές ενέργειας θα επηρεάζουν ολοένα και περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες.
Το πρώτο σαφές σήμα για την επικείμενη απόφαση έδωσε, όπως και τον Ιούνιο, η Ιζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Προειδοποίησε ότι ο πληθωρισμός ενδέχεται να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξαιτίας των επιπτώσεων που έχει η διαμάχη για τα Στενά του Ορμούζ στις τιμές ενέργειας, αλλά και της καλύτερης από την αναμενόμενη πορείας της οικονομίας.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat ενισχύουν την ανησυχία: ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανέβηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, σε ετήσια βάση, από 2,9% τον Ιούλιο. Ο δομικός πληθωρισμός, που δεν περιλαμβάνει ενέργεια και τρόφιμα, υποχώρησε ελαφρά στο 2,4% από 2,5%.
Και πίσω από τους δείκτες κρύβεται ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος. Η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, στο TTF, ξεπέρασε την περασμένη εβδομάδα τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα — το υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2022, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αποκοπεί απότομα από τις προμήθειες ρωσικού αερίου.
Στην αρχή του 2026, το TTF βρισκόταν μόλις στα 27 ευρώ. Η τιμή του, επομένως, έχει υπερδιπλασιαστεί. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η άνοδος του φυσικού αερίου θεωρείται οικονομικά πιο κρίσιμη από την αύξηση του πετρελαίου, το οποίο την περασμένη εβδομάδα κινήθηκε κοντά στα 95 δολάρια το βαρέλι, από 60 δολάρια στην αρχή του 2026.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ευάλωτη λόγω των αποθεμάτων. Οι αποθήκες φυσικού αερίου στην ΕΕ είναι γεμάτες κατά 65%, έναντι μέσου όρου 82% την προηγούμενη πενταετία. Αν η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν εκτονωθεί και ο χειμώνας στην Ευρώπη αποδειχθεί βαρύς, οι τιμές μπορεί να παραμείνουν στα σημερινά υψηλά επίπεδα ή να αυξηθούν ακόμη περισσότερο.
Την επικείμενη απόφαση «φωτογράφισε» και ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Γιόαχιμ Νάγκελ. Όπως δήλωσε, οι αγορές προεξοφλούν με πιθανότητα άνω του 95% μια αύξηση στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου και, κατά την εκτίμησή του, κατανοούν αρκετά καλά τον τρόπο με τον οποίο είναι πιθανό να αντιδράσει η ΕΚΤ σε αυτό το στάδιο.
Ο επικεφαλής της Μπούντεσμπανκ απέφυγε, πάντως, να προαναγγείλει νέα αύξηση στο μέλλον, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση της ΕΚΤ ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Οι επενδυτές αναμένουν ωστόσο ακόμη μία αύξηση από τον Δεκέμβριο έως την Άνοιξη.
Η ΕΚΤ ήταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που αύξησε τα επιτόκια λόγω του πολέμου στο Ιράν, όμως δεν αποκλείεται να ακολουθήσει η αμερικανική Fed. Ο πρόεδρός της, Κέβιν Γουόρς, δήλωσε ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ, ο οποίος αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 3,4% τον Ιούλιο, παραμένει υψηλός και πως, αν δεν υποχωρήσει, «θα έχουμε δουλειά να κάνουμε», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων.
Το βασικό επιτόκιο της Fed βρίσκεται ήδη υψηλότερα από εκείνο της ΕΚΤ, στο εύρος 3,50% έως 3,75%. Η απόφαση της Πέμπτης αναμένεται πλέον με στραμμένα τα βλέμματα στις νέες δόσεις, στις τιμές της ενέργειας και στην επόμενη κίνηση των κεντρικών τραπεζών.
