Οι τρεις «κόκκινες γραμμές» της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης δεν μοιάζουν πλέον αμετακίνητες. Το όριο συντάξιμης ηλικίας, το ύψος των εισφορών και η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπαίνουν ξανά στο επίκεντρο, την ώρα που ο χρόνος πιέζει ασφυκτικά.
Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο να καταθέσει το νομοσχέδιο στη Βουλή στο τέλος του τρέχοντος μήνα και να εφαρμόσει τη μεταρρύθμιση από την 1.1.2027. Έτσι, κάθε συνεδρίαση αποκτά πλέον κρίσιμη σημασία, ενώ από την πλευρά των κοινωνικών εταίρων γίνεται λόγος για μια μεταρρύθμιση που θα πρέπει να εξεταστεί σε ορίζοντα πενταετίας, καθώς μετά το 2032 αρκετά από τα σημερινά δεδομένα ενδέχεται να έχουν αλλάξει.
Η μεγάλη ανατροπή προέκυψε με το κυβερνητικό νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε περί τα τέλη Αυγούστου. Σε αυτό προβλέπεται ότι, πέντε χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής της μεταρρύθμισης, θα πραγματοποιηθεί νέα αναλογιστική μελέτη. Αν τότε διαπιστωθεί πρόβλημα στη βιωσιμότητα του Ταμείου, θα εξεταστεί, μεταξύ άλλων, και η αύξηση των εισφορών.
Αυτό σημαίνει ότι δύο από τις τρεις παραμέτρους που θεωρούνταν συμφωνημένες —η βιωσιμότητα και οι εισφορές— δεν είναι πλέον εκτός συζήτησης. Και τα πράγματα πήραν ακόμη πιο δύσκολη τροπή χθες, όταν η ΟΕΒ υποστήριξε πως, εάν χρειαστεί αύξηση εισφορών, θα πρέπει να εξεταστεί παράλληλα και η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης.
Με μία φράση: και τα τρία σημεία βρίσκονται πλέον πάνω στο τραπέζι.
Η κυβερνητική πλευρά υποστηρίζει ότι η αύξηση των εισφορών δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες, γι’ αυτό και εντάχθηκε στο νομοσχέδιο ως ενδεχόμενο για κάθε περίπτωση. Οι κοινωνικοί εταίροι, όμως, δεν φαίνεται να συμμερίζονται αυτή την αισιοδοξία. Θεωρούν ιδιαίτερα φιλόδοξες τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η αποφυγή αύξησης των εισφορών και υποστηρίζουν ότι, με αυτά τα σενάρια, «δεν βγαίνουν οι αριθμοί».
Το κυβερνητικό σενάριο βασίζεται σε τρεις κρίσιμες προσδοκίες: απόδοση περίπου 3,24% από την επενδυτική πολιτική του Ταμείου, επιτυχία στην πάταξη της αδήλωτης και παράνομης εργασίας ώστε να αυξηθούν τα έσοδα από πρόσθετες εισφορές, και ενίσχυση του πραγματικού αποθεματικού, το οποίο σήμερα υπολογίζεται μόλις στο 1%, μέσω των επενδύσεων και της αποπληρωμής του κυβερνητικού δανείου.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση έχει υπολογίσει την αποπληρωμή του δανείου περίπου 12 δισ. προς το Ταμείο με βάση συγκεκριμένες οικονομικές παραδοχές για την περίοδο 2026-2060: μέση ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ περίπου 2%, μέσο πληθωρισμό 2%, μέσο επιτόκιο δανεισμού από τις αγορές 3,5% και μέση απόδοση νέων επενδύσεων 3,5%-5%. Αν τα δεδομένα αυτά επιδεινωθούν, η καταβολή των δόσεων θα παγώσει.
Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διάκριση που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη σύγχυση. Η πιθανή αύξηση του ποσοστού των εισφορών μετά την αναλογιστική μελέτη της περιόδου 30-31 δεν είναι το ίδιο με την αύξηση που ήδη προβλέπεται αυτόματα κάθε πέντε χρόνια μέχρι το 2039.
Το δεύτερο μέτρο είχε αποφασιστεί το 2012, στο πλαίσιο συμφωνίας με την Τρόικα για τη διατήρηση της βιωσιμότητας του Ταμείου. Περιλαμβάνει επίσης πέναλτι 12% για όσους συνταξιοδοτούνται στα 63 και σύνδεση της συντάξιμης ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής.
Ο υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός τόνισε ότι άμεσος στόχος είναι η προώθηση του πρώτου πυλώνα και η αύξηση των συντάξεων των χαμηλοσυνταξιούχων. Παράλληλα, υπογράμμισε πως η μεταρρύθμιση πρέπει να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα της οικονομίας και τη δημοσιονομική ισορροπία όχι μόνο σήμερα, αλλά και στο μέλλον, ενώ έκανε λόγο και για ασφαλιστικές δικλείδες σε περίπτωση κρίσης.
Ο υπουργός Εργασίας Μαρίνος Μουσιούττας σημείωσε ότι η μεταρρύθμιση αφορά κυρίως συνταξιούχους που έμειναν εκτός της φορολογικής μεταρρύθμισης, επειδή τα εισοδήματά τους βρίσκονταν κάτω από το τότε όριο των 19,5 χιλιάδων. Στόχος, όπως ανέφερε, είναι η ενίσχυση του εισοδήματός τους, στον βαθμό που το επιτρέπουν τα οικονομικά του κράτους, ώστε να μπορούν να ζουν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια.
Οι επόμενες συνεδριάσεις θα δείξουν αν οι αρχικές συμφωνίες μπορούν να διασωθούν ή αν το συνταξιοδοτικό θα οδηγηθεί σε ακόμη σκληρότερη διαπραγμάτευση. Οι εξελίξεις παραμένουν ανοιχτές και η παραμικρή αλλαγή μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη τη μεταρρύθμιση.
