Η λύση στο στεγαστικό δεν κρύβεται μόνο πίσω από τις νέες οικοδομές. Ενώ η αγορά ακινήτων συνεχίζει να δείχνει ισχυρή, επαγγελματίες και αρμόδιοι φορείς προειδοποιούν ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα για το αύριο.
Το ζητούμενο είναι διπλό: περισσότερες κατοικίες και άμεση αξιοποίηση όσων ήδη υπάρχουν. Η ενίσχυση του οικιστικού αποθέματος μπορεί να αυξήσει την προσφορά, να εξισορροπήσει τη ζήτηση και να πιέσει προς τα κάτω τις τιμές τόσο στις πωλήσεις όσο και στα ενοίκια. Παράλληλα, οι νέες κατασκευές θα μπορούν να ανταποκρίνονται στα σύγχρονα περιβαλλοντικά και οικιστικά πρότυπα.
Όμως η ανέγερση νέων μονάδων δεν είναι γρήγορη υπόθεση. Όπως σημειώνει ο πρόεδρος του ΕΤΕΚ, Κωνσταντίνος Κωνσταντή, απαιτούνται διαθέσιμη γη, υποδομές, χρηματοδότηση, χρόνος και σημαντικές διοικητικές διαδικασίες. Και την ώρα που όλα αυτά βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, μέσα στις πόλεις και τις κοινότητες υπάρχει ήδη ένα σημαντικό απόθεμα κατοικιών που παραμένει κενό, αδρανές ή ανεκμετάλλευτο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση. Δεν φαίνεται να λείπουν ούτε οι κενές κατοικίες ούτε το ενδιαφέρον των ιδιοκτητών. Το αρχικό ενδιαφέρον για το σχέδιο «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω» δείχνει το αντίθετο. Το δύσκολο σημείο είναι η μετατροπή αυτού του ενδιαφέροντος σε πραγματικές αιτήσεις και, τελικά, σε σπίτια που επιστρέφουν στην αγορά της μακροχρόνιας ενοικίασης.
Το σχέδιο ξεκίνησε από μια λογική διαπίστωση: η ανακαίνιση κενών κατοικιών θα μπορούσε να αυξήσει σχετικά γρήγορα τις διαθέσιμες μονάδες. Στην εφαρμογή του, όμως, εξελίχθηκε σε σύνθετη διαδικασία, με εισοδηματικά κριτήρια για ενοικιαστές, ρυθμιζόμενες συμφωνίες, εκτενείς γραφειοκρατικές απαιτήσεις, τακτικούς ελέγχους και σημαντικές δεσμεύσεις για τους ιδιοκτήτες.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντή, δεν αρκεί μια απλή αλλαγή στα ποσά, στα εισοδηματικά όρια ή στις διαδικασίες. Χρειάζεται ριζική αναθεώρηση της φιλοσοφίας του σχεδίου.
Η πρόταση που κατατίθεται στηρίζεται σε τρεις απλές και ελέγξιμες προϋποθέσεις. Πρώτον, να αποδεικνύεται ότι η κατοικία έμενε κενή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Δεύτερον, ο ιδιοκτήτης να δεσμεύεται ότι θα την ανακαινίσει και θα την επανεντάξει στη μακροχρόνια ενοικίαση. Τρίτον, να παραμένει ενοικιασμένη για μια ελάχιστη περίοδο, όπως για παράδειγμα τρία χρόνια, με αναλογική επιστροφή της χορηγίας αν η μίσθωση διακοπεί νωρίτερα.
Κι όμως, υπάρχει και μια δεύτερη αβεβαιότητα που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα: σε ποια ζήτηση βασίζεται η σημερινή αγορά; Ο CEO της Ask Wire, Παύλος Λοϊζου, επισημαίνει ότι η σημερινή προσφορά στηρίζεται στη ζήτηση του χθες. Η αγορά παραμένει ισχυρή, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι επόμενες κινήσεις βασίζονται στη μελλοντική ζήτηση ή σε μια προηγούμενη εικόνα.
Τρία σημεία παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικά. Το πρώτο είναι το κόστος κατασκευής: τα υλικά είχαν αυξηθεί κατά 2,62% σε ετήσια βάση τον Μάιο του 2026. Οι κατασκευαστές μπορεί να συνεχίζουν να πωλούν στις σημερινές τιμές, όμως αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι χτίζουν με το κόστος του χθες.
Το δεύτερο αφορά τη ζήτηση μετεγκατάστασης. Το πρώτο κύμα ανθρώπων που μετακινήθηκαν από τη Ρωσία, την Ουκρανία, το Ισραήλ και τον Λίβανο προς την Κύπρο στήριξε τα ενοίκια, τις πωλήσεις και την εμπιστοσύνη. Όμως τα κύματα δεν ανεβαίνουν για πάντα.
Το τρίτο είναι η ρύθμιση. Σημαντικό μέρος της ξένης ζήτησης συνδέεται με κίνητρα διαμονής, φορολογίας, ασφάλειας και «Σχεδίου Β». Οι αγοραστές αυτοί είναι υπαρκτοί, αλλά παραμένουν ευαίσθητοι στις πολιτικές αλλαγές.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η αγορά είναι απλώς «καλή» ή «κακή». Είναι πιο εκτεθειμένη και απαιτεί καθαρότερη ανάγνωση: πού ακριβώς είναι ισχυρή η ζήτηση, γιατί παραμένει ισχυρή και τι θα συμβεί αν μια βασική υπόθεση διαψευστεί. Το στεγαστικό, λοιπόν, βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι — και οι επόμενες εξελίξεις χρειάζονται στενή παρακολούθηση.
